Showing posts with label Μικρά Ασία. Show all posts
Showing posts with label Μικρά Ασία. Show all posts

26.4.10

Πρόσφυγες

Είμαι η Γεωργία και είμαι 88 ετών .

Δεν έζησα την Μικρασιατική καταστροφή, αλλά οι γονείς μου ,όπου έμειναν εκεί, και έπειτα μετανάστευαν στην Ελλάδα , μου έχουν διηγηθεί πολλά. Ζούσαν κοντά στην Προύσα, σε ένα χωριό που ονομαζόταν Ντεμιρντές. Η Προύσα, ήταν πλούσια πόλη , με εργοστάσια και μεταξουργεία. Όλες οι γυναίκες από τα τριγύρω χωριά δούλευαν εκεί . Στο Ντεμιρντές οι κάτοικοι δούλευαν όλες τις ημέρες τις εβδομάδος εκτός από το Σάββατο όπου πήγαιναν στην Προύσα με άμαξες για λουτρά . Αυτή ήταν η ζωή πριν τον πόλεμο. Με το ξεκίνημα του όμως, όπως ήταν αναμενόμενο όλα άλλαξαν .Όσοι δεν είχαν χρήματα για να φύγουν λαθραία, πουλούσαν όλα τα υπάρχοντά τους. Οι περισσότεροι όμως δεν σώθηκαν ούτε έτσι, αφού η μοίρα τους επιφύλαξε ένα σκληρό θάνατο. Όπως ακριβώς και της γιαγιάς μου, που την σκότωσαν λίγο πριν μπει στο καράβι αλλά και του αδερφού μου, που πέθανε από ασιτία. Μετά από τρεις ημέρες στο καράβι φτάσανε στην Ελλάδα πεινασμένοι και αφυδατωμένοι μα αυτό ήταν το λιγότερο. Με δύο απουσίες που τους στοίχισαν πολύ, χάνοντας ΟΛΑ τα υπάρχοντά τους και αντιμέτωποι με ένα τελείως νέο τόπο έπρεπε να επιβιώσουν.

Πράγμα που έκαναν με πολύ κόπο καταπίνοντας τη λύπη τους και πάντα με τη βοήθεια του θεού πλάι τους, βγήκαν νικητές στη ζωή.

Ιορδανάκη Ελεάννα

21.3.09

Ο μύλος

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή. Μου τη διηγήθηκε η γιαγιά μου , μου άρεσε και θέλησα να τη μοιραστώ μαζί σας.
Η προ-γιαγιά μου ήταν Μικρασιάτισα . Ζούσε σε κάποιο μικρό χωριό στη παραλία της Σμύρνης, σε ένα μικρό σπίτι , χωρίς πολλά χρήματα , για να μη σας πω μόνο με τα αναγκαία. Ο πατέρας της προ-γιαγιάς μου , μάζευε τσάι και άλλα βότανα και τα πουλούσε στην αγορά της Σμύρνης. Η γυναίκα του στο σπίτι φρόντιζε τα επτά παιδιά τους ,πέντε αγόρια και δυο κορίτσια.
Λίγο πριν συμβεί το μεγάλο κακό , συνάντησε τον προ-προ παππού μου , ένας Τούρκος αξιωματικός που τον γνώριζε και τον αγαπούσε. Βλέπετε ο προ – προ πάππους μου , πουλούσε τα πιο αρωματικά βότανα και το πιο γευστικό τσάι σε όλη τη Σμύρνη.
- Μάζεψε ότι μπορείς και φύγε , είπε ο Τούρκος στον παππού.
- Τι λες ? αναρωτήθηκε ο παππούς
- Σε δυο ώρες, ακούς? σε δυο ώρες το πολύ να έχεις φύγει και εσύ και η οικογένειά σου. Βάλε στα ζωντανά σου ότι μπορείς και τράβα για την προκυμαία.
- Μα δεν έχω ζωντανά, αποκρίθηκε ο παππούς. Ούτε ένα. Τι να κάνω?
- Σώπασε , απάντησε ο Τούρκος. Δεν είναι ανάγκη να λες πολλά , του είπε και έφυγε.

Τρέχει ο παππούς στο σπίτι και φωνάζει στη γυναίκα του να μαζέψει ότι μπορεί και να φύγουν με τα παιδιά.
- Έτσι μου είπε ο Τούρκος. της είπε..
- Κακό που μας βρήκε , φώναξε η γυναίκα του , και τρέχοντας μάζευε τα παιδιά της και λίγα ρούχα , μαζί και μια εικόνα.
Ξαφνικά , ένα άλογο έτρεχε προς το σπίτι τους… (αυτό εννοούσε ο Τούρκος όταν έλεγε « σώπα, δεν είναι ανάγκη να λjavascript:void(0)ες πολλά» ? ).
Το πήραν φόρτωσαν πάνω του ότι μπορούσαν και έτρεξαν προς την προκυμαία. Όμως η προ – προ γιαγιά μου , σκέφτηκε ότι είχε ξεχάσει το μύλο για το άλεσμα του καφέ και γύρισε να τον πάρει. Όταν επέστρεψε στο πλοίο , είχε μαζευτεί τόσος πολύς κόσμος , και υπήρχε τόσος φόβος και απόγνωση , που λιποθύμησε.

Από τον Χαράλαμπο Γιατρέλλη.

27.2.09

Από την Πέργαμο

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αναφέρεται στην προ-γιαγιά μου τη Δέσποινα Αρβανίτη και την οικογένειά της .
Ζούσαν στην Πέργαμο σε ένα μεγάλο ευρύχωρο σπίτι με μια μεγάλη αυλή. Οι γονείς της ήταν ιδιοκτήτες ενός μεγάλου βυρσοδεψείου . Ο πατέρας της κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό και πολέμησε στην εκστρατεία του 1919. Ένα πρωί εμφανίστηκε ξαφνικά κατάκοπος και φοβισμένος και είπε σε όλους τους συγγενείς του ότι το μέτωπο κατάρρευσε και ότι οι Τούρκοι έρχονται.
Φοβισμένοι έκρυψαν τα χρυσαφικά , τα χρήματα τα ασήμια σε ένα πηγάδι και με την ελπίδα πως θα επιστρέψουν για να τα πάρουν έφυγαν παίρνοντας μαζί τους μόνο λίγα ρούχα και φαγητό. Επιβιβάστηκαν σε μια μεγάλη άμαξα και κατευθύνθηκαν στα κοντινά παράλια. Στα δεξιά τους άφηναν το χωριό, και στα αριστερά τους το μεγάλο επιβλητικό θέατρο της αρχαίας Περγάμου. Κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν, ήλπιζαν ότι θα επιστρέψουν αλλά φοβόντουσαν επίσης μήπως είναι η τελευταία φορά που βλέπουν την όμορφη πεδιάδα της Περγάμου .
Έφτασαν στα παράλια και είδαν ότι παρά τις καταστροφές που είχαν αρχίσει να γίνονται , το καΐκι τους ήταν εκεί, ανέπαφο, έτοιμο να τους περάσει με ασφάλεια, στην ασφάλεια της πατρίδας. Επιβιβάστηκαν γρήγορα και πέρασαν απέναντι στα εξαδέλφια τους στη Μυτιλήνη. Η όμορφη γη της Ιωνίας φαινόταν να ξεμακραίνει , τα κτίρια μίκραιναν, οι ανθρώπινες φιγούρες δεν διακρίνονταν πια. Το αίμα όμως από τη σφαγή , όπως μου είπε, φαινόταν .
Τελικά η απόσταση από τη Μυτιλήνη έως απέναντι δεν ήταν τόσο κοντινή όπως νόμιζαν όταν έφευγαν. Το ταξίδι της επιστροφής δεν θα γίνει. Τα χρυσαφικά , το σπίτι , το εργοστάσιο, οι αναμνήσεις, τα χωράφια, ήταν πολύ μακριά. Τόσο μακριά που ο παππούς μου ο Χαράλαμπος θα έκανε πενήντα χρόνια για να επιστρέψει εκεί. και να δει ότι το πηγάδι δεν υπήρχε πια, ούτε οι κήποι , ούτε τα περιποιημένα χωράφια. Όλα χέρσα και εγκαταλελειμμένα, ίσως να πρόσμεναν και αυτά την επιστροφή, το δε πηγάδι –κρυψώνα , είχε καλυφθεί με χώμα και ένα δένδρο είχε φυτρώσει.

Από τον Χαράλαμπο Γιατρέλλη Α1