27.11.10

Κου Κλουξ Κλαν

Ένα βράδυ αρχές του καλοκαιριού του 1866, στο Πουλάσκι (Τένεση) εμφανίζονται έξι έφιππες μυστηριώδεις φιγούρες. Το πρόσωπο τους είναι σκεπασμένο με μια άσπρη μάσκα, με τρύπες στο ύψος των ματιών και του στόματος. Στο κεφάλι τους φοράνε μακρύ κωνικό καπέλο και από τους ώμους τους κρέμεται ένα μακρύ σουδάριο με κόκκινη μπορντούρα. Κατευθύνονται προς την καλύβα μιας οικογένειας νέγρων, οι οποίοι είχαν την “κακή” έμπνευση να βάλουν πλάι στο κατάστημα τους την επιγραφή “Ισότητα των δικαιωμάτων”. Ακούγοντας το ποδοβολητό των αλόγων ο νέγρος βγαίνει μαζί με τη γυναίκα του από την καλύβα. Ένας από τους καβαλάρηδες τον ζυγώνει και τον προστάζει: “Δώσε μας να πιούμε”. Ο νέγρος φέρνει έναν κουβά γεμάτο νερό. Ο μασκοφορεμένος καβαλάρης μοιάζει να αδειάζει μονομιάς 4 ή 5 λίτρα νερό. ‘Ύστερα φωνάζει: “Α! Πόσο διψούσα. Είχα να πιω τόσο πολύ από τότε που σκοτώθηκα στη μάχη του Σάϊλοχ”. Ένας άλλος καβαλάρης απευθύνεται στη γυναίκα: “Έλα εσύ εδώ. Θέλω να σου σφίξω το χέρι”. Και μέσα στο σκοτάδι απλώνει μέσα από το μαύρο μανδύα του ένα σκελετωμένο μπράτσο τουλάχιστον 1 μέτρο. Ενώ οι δυο νέγροι προσπαθούν να το σκάσουν ουρλιάζοντας, ο κλοιός των καβαλάρηδων με τα αστραφτερά σπαθιά του ομοσπονδιακού στρατού σφίγγεται γύρω τους. “Εϊ, μπάσταρδε αράπη”, φωνάζει ένας άλλος, “μην τεμπελιάζεις. Κράτα μου τούτο γιατί είμαι κουρασμένος”. Και βγάζοντας από τον κορμό του το τυλιγμένο κεφάλι μέσα στην άσπρη κουκούλα κάνει να το αφήσει στα χέρια του νέγρου ο οποίος έχει ήδη σωριαστεί λιπόθυμος κάτω, ενώ η γυναίκα του γονατίζει δίπλα του. Οι κουκουλοφόροι τότε παίρνουν τα μαστίγια από τη σέλλα κι αρχίζουν να τους μαστιγώνουν με λύσσα. Ύστερα από το επεισόδιο ξεμακραίνουν. Ένα χιλιόμετρο πιο πέρα σταματούν σε ένα ξέφωτο και μέσα σε τρανταχτά γέλια πετάνε κάτω το γεμάτο νερό λαστιχένιο σάκο, το σκελετωμένο μπράτσο, το ψεύτικο κεφάλι.

Αυτή η νυχτερινή έφιππη επιδρομή είναι η πρώτη επιχείρηση της Κ.Κ.Κ. Τα “φαντάσματα” γίνανε μια μυστική, πολιτική και τρομοκρατική οργάνωση που πήρε αυτό το όνομα. Το Κουξ προέρχεται από την ελληνική λέξη κύκλος, το Κλου συμβολίζει τόσο τους δεσμούς αίματος όσο και το πνεύμα, ενώ το Κλάν προέρχεται από την κλαγγή των όπλων. αυτό το όνομα απηχεί μυστήριο ή ακόμη κόκαλα που τρίζουν.

Ως επίσημη ημερομηνία ορίστηκε η 24η Δεκεμβρίου τον 1865. Αρχικά σκοπός ήτανε η τρομοκρατία και η διασκέδαση εις βάρος των νέγρων. Τα αξιώματα της εταιρείας είχαν αινιγματικά ονόματα που υπέβαλλαν ποιος ξέρει ποιες μυστηριακές δυνάμεις. Ένας Μέγας Κύκλωψ ή πρόεδρος, ένας Μέγας Μάγος ή αντιπρόεδρος, ένας Μέγας Τούρκος ή υπασπιστής, ένας Μέγας Φύλαξ του Θησαυρού ή ταμίας και δυο ραβδούχοι με χρέη φρουρών μέσα ή έξω από το σπήλαιο ή τόπο συγκεντρώσεως. Οι πρώτες τελετές μυήσεως έχουν χαρακτήρα γλεντζέδικο, όμως περιβάλλονται και από κλίμα μυστηρίου. Οι προσήλυτοι επιβάλλεται να μισούν εξίσου τους νέγρους και την πλήξη, τους Βόρειους “σφετεριστές” και τα γνωρίσματα της Νέας Ανοικοδόμησης που αναστατώνει την οικονομία και τις παραδόσεις του παλιού δουλοκρατικού Νότου. Νέος τρόπος μυήσεως ορίστηκε να γίνεται νύχτα στο φως φλεγόμενων πυρσών, μέσα σε κλοιό κουκουλοφόρων. Αφού o νεοσύλλεκτος απαντήσει ικανοποιητικά σε 10 ερωτήσεις που του δίνονται, ακούει την ανάγνωση του πιστεύω της Κ.Κ.Κ. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη εξαγγελία αρχών που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνεία των σκοπών της εταιρείας.

Η Κλάν λοιπόν συνεχώς αυξάνεται σε δύναμη και οι αυθαιρεσίες της μαίνονται. Οι κυβερνήσεις έπειτα από συσκέψεις, αποφασίζουν να πάρουν δραστικά μέτρα. Η δράση του ομοσπονδιακού στρατού, οι συλλήψεις και οι διωγμοί θα οδηγήσουν στο τέλος της 1ης εποχής της Κ. Κ.Κ. στα 1873.

Η Αμερική εξελισσόταν και όλοι πίστευαν ότι η Κ.Κ.Κ. έσβησε. Το 1901 ο 20χρονος Σίμμονς ορκίστηκε να ξαναφτιάξει τη ναρκωμένη οργάνωση. Το 1925 στο Στόουν Μάουνταιν έγινε η πρώτη τελετή αναβίωσης της Κλαν. Πάνω σε ένα βράχο τοποθετούνται μια Αμερικάνικη σημαία, ένα σπαθί, μια βίβλος και ένα παγούρι με νερό της μυήσεως. Επιπλέον υπάρχει ο φλεγόμενος σταυρός της Κ.Κ.Κ. από εδώ και πέρα αρχίζει πάλι ένας φυλετικός πόλεμος μεταξύ λευκών και μαύρων. Ένας πόλεμος χωρίς λόγο. Η νέα οργάνωση των κουκουλοφόρων άρχισε να προσηλυτίζει και δεν άργησε να γίνει σκληρή και φανατική. Κήρυττε ότι θα έκανε αγνή την Αμερική και ότι κάθε ξένος θα έφευγε από τη χώρα και δε θα πλούτιζε εις βάρος της.

Το 1944, όμως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καταφέρνει ένα θανάσιμο χτύπημα. Η Κλαν κατηγορείται για απλήρωτους φόρους ύψους 685 χιλιάδων δολαρίων. Τη νύχτα της 28ης Απριλίου του 1944 σε μια κρυφή συνεδρίαση στην Ατλάντα οι Klausmen παίρνουν τη μοναδική δυνατή απόφαση: να διαλύσουν αμέσως την Αόρατη Αυτοκρατορία.

Η Τρίτη εποχή της Κλαν στην ιστορία της, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, αρχίζει το 1954 με την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων στα δημόσια σχολεία. Πρόκειται για ένα γεννοβόλημα ομάδων και μικροομάδων που στηρίζονται στη θεωρία για την υπεροχή της λευκής φυλής. Στα μεταπολεμικά χρόνια η Κ.Κ.Κ. ξαναχτυπά κάθε φορά που τα γεγονότα προσφέρουν στη στρεβλωμένη νοοτροπία των κουκουλοφόρων το πρόσχημα για να απαντήσουν στις υποτιθέμενες προκλήσεις.

Η Κλαν μετά από 130 χρόνια περίπου μετά από την τυχαία γέννησή της παραμένει ένα κακό και δηλητηριώδες φυτό που οι μεγάλες του ρίζες θρέφονται από τους χυμούς του μίσους και της ανοχής. Ένα φυτό που είναι έτοιμο να απλώσει τα κλωνάρια του μόλις νέα ιστορικά περιστατικά, νέες ηθικές και κοινωνικές αναταραχές και μια νέα καταφυγή στο παράλογο του τα επιτρέψουν.

Γιάννης Βάκος

19.11.10

Η ιστορία του Γιώργη του πρόσφυγα

17 χρονών παιδί ήταν ο Γιώργης όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός. Αυτός και η οικογένειά του έχασαν τα πάντα όπως χιλιάδες Έλληνες, σπίτι, περιουσία και πατρίδα το 1922. Γεννημένος και μεγαλωμένος στα Τούσλα, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έχανε όλα του τα καλά μέσα σε μια στιγμή. Στην Πόλη η οικογένεια είχε τη σειρά της, ο πατέρας του, Παντελής, είχε δικά του κα'ί'κια και έκανε εμπόριο καπνού. Το σπίτι τους, χτισμένο στην παραλία ήταν ένα από τα αρχοντικά της περιοχής.
Με την καταστροφή εγκατέλειψαν τα πάντα. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να σώσουν τη ζωή τους. Το καράβι της προσφυγιάς τους έβγαλε στη Θεσσαλονίκη και ύστερα στον Πειραιά. Λίγους μήνες αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας. Αυτή είναι η νέα πατρίδα του Γιώργη. Εγκαθίστανται στου Κάψια, μικρό χωριό, 10 χιλιόμετρα έξω από την Τρίπολη, στο δρόμο για το Λεβίδι. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει πολλές.
Δουλεύει χτίστης, όχι μόνο στα γύρω χωριά αλλά και στο Ναύπλιο και τα άλλα χωριά της Αργολίδας. Η φτώχεια και οι στερήσεις που αντιμετωπίζει είναι πάρα πολλές. Με πολλή εργατικότητα καταφέρνει να γίνει γνωστός μάστορας. Όλοι τον γνωρίζουν, όχι με το όνομά του, που είναι Γιώργος Χρυσοστόμου, αλλά σαν τον Γιώργη τον πρόσφυγα. Η οικογένειά του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, μέχρι και σήμερα είναι γνωστά σαν την οικογένεια, τα παιδιά, τα εγγόνια του Γιώργη του πρόσφυγα. Ο Γιώργης κατάφερε να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια και να φτιάξει το δικό του σπίτι στην άκρη του χωριού. Από τα παράθυρα του σπιτιού αυτού έβλεπε το Μαίναλο, το αγαπημένο του βουνό. Και είναι παράξενη αυτή η αγάπη που είχε στο βουνό, αφού συχνά έλεγε :<<Αχ, η μοίρα μου με έκλεισε μέσα στα βουνά>>. Τα τέσσερα κορίτσια του τα σπούδασε με μεγάλο αγώνα. Μπορεί να ήταν χτίστης, αλλά ποτέ δεν έδωσε σημασία στα σπίτια, ίσως γιατί έχασε το δικό του; Έλεγε πάντα πως η προίκα των κοριτσιών του ήταν η μόρφωσή τους και όχι πέντε ντουβάρια.
O καημός του όμως ήταν η πατρίδα που έχασε, την πονούσε, τη νοσταλγούσε. Στα γεράματά του κατάφερε να κάνει ένα ταξίδι στην Πόλη, κι ενώ το όνειρό του ήταν να πάει στο πατρικό του, όταν έφτασε εκεί, δε θέλησε να πάει. Το γιατί δεν το κατάλαβε κανείς, ούτε το εξήγησε. Γύρισε στου Κάψια και δε θέλησε να ξαναφύγει ποτέ.
Θα κλείσω την εργασία μου αυτή που γράφτηκε για τον πρόπαππού μου, το Γιώργη τον πρόσφυγα, με λίγα λόγια από το βιβλίο της Φιλιώς Χα'ι'δεμένου :"Τρεις αιώνες, μια ζωή". Πιστεύω ότι αυτά τα λόγια θα μπορούσε να τα είχε πει και ο προπαππούς μου.

"Ο νους μου φεύγει ξανά και πηγαίνει σε μέρη που με πονάνε, σε μέρη που δε θα ξεχάσω ποτέ ' ο πόνος θα σταματήσει μόνο όταν πεθάνω. Το σώμα μου βρίσκεται εδώ, στο τώρα, αλλά το μυαλό μου τριγυρίζει στο τότε, στην αγαπημένη μου πατρίδα, που δεν ξέχασα ούτε για μια στιγμή. Η ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια κινείται μόνη της μηχανικά, νομίζω πως όλοι εμείς που διωχτήκαμε, που υποφέραμε, που ξεσπιτωθήκαμε, που αποκτήσαμε βίαια μια νέα πατρίδα, δε θα λησμονήσουμε ποτέ τον τόπο μας, τη Μ. Ασία. Πάντα θα μας πονάει η θύμησή της, όσα κι αν περάσαμε από τότε, και πάντα το μυαλό μας θα ξαναγυρίζει σ' εκείνα τα χρόνια, στις ρίζες μας".


Παπαθανασίου Έλενα Α'3

30.9.10

Ζώντας σε έναν υπέροχο κόσμο

Ζώντας σε έναν υπέροχο κόσμο

Μεταφρασμένο από την Άννα Μητσοσκούρα.
Πηγή :Living in a perfect world

24.9.10

Μαρτυρίες από την περίοδο της Κατοχής

Ο παππούς μου όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κρήτη, στις 21 Μαΐου του 1940,ήταν 6 χρονών και ζούσε μαζί με τους γονείς μου και τα 3 αδέρφια του στο χωριό Μοτζιανά που ανήκε στην επαρχία του Σελίνου, κάπου νότια του νομού Χανίων.
Εκείνο το πρωί οι γονείς του έφυγαν και πήγαν στα χωράφια για να κάνουν διάφορες εργασίες. Του είπαν να πάει 100μ. από το σπίτι, όπου είχαν δέσει μια προβατίνα. Ο παππούς μου την έδεσε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί το πρόβατο να φάει χορτάρι που βρισκόταν πιο μακριά χωρίς να λυθεί.
Αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν παιχνίδια, παππούς μου πήγε λίγο πιο πέρα όπου βρισκόταν μια στοίβα από λείες και ωραίες πέτρες. Απορροφήθηκε από την κατασκευή σπιτιών και διαφόρων άλλων οικοδομημάτων με τις πέτρες ώσπου…
Πάνω στον Κρητικό ουρανό εμφανίστηκαν γερμανικά αεροπλάνα («στούκας»). Φοβήθηκε και έτρεξε να κρυφτεί μέσα στον κορμό μιας χαρουπιάς. Μετά από 15-20 λεπτά η μητέρα του ανησύχησε και άρχισε να τον αναζητά (φυσικά κινιόταν μέσα από πυκνά δέντρα διότι αν την έβλεπαν τα αεροπλάνα μπορεί να τις «έριχναν» για να την σκοτώσουν). Άρχιζε να φωνάζει και όταν την άκουσε την καθοδήγησε στο μέρος όπου είχε κρυφτεί. Τον πήρε και καθώς πήγαιναν στο σπίτι συνάντησε μια γερόντισσα η οποία κατάφερε να ξεφύγει από τα πολυβόλα των αεροπλάνων.
Λόγω των αεροπλάνων όλοι οι κάτοικοι του χωριού (35 άτομα) είχαν συγκεντρωθεί κάτω από ένα ρέμα (υπήρχαν πολλά δέντρα) και περίμεναν μέχρι ο ουρανός να επανέλθει στην κανονική του μορφή (δηλαδή να γαληνεύσει αφού είχε καλυφθεί από τα στούκας).Σουρούπωσε, τα αεροπλάνα έφυγαν και οι κάτοικοι επέστρεψαν στα σπίτια τους.
Τις πρώτες μέρες της κατοχής 5-6 άτομα από την Κάντανο( ονομάζονταν «Φλώριοι») προσπάθησαν να αντισταθούν στους Γερμανούς όμως η παντελής έλλειψη οργάνωσης τους οδήγησε στο θάνατο.
Αν και στο χωριό δεν είχαν εγκατασταθεί Γερμανοί, η ζωή δεν ήταν εύκολη.(Οι Γερμανοί είχαν έδρα 6 χλμ μακριά στην Κάντανο.) Κάθε μέρα σηκωνόταν ένα γερμανικό πολεμικό αεροπλάνο (των Γερμανών) από το αεροδρόμιο του Μάλεμε, για άγνωστους λόγους. (Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήθελε να τρομοκρατήσει τους κατοίκους, είτε να ανιχνεύσει την περιοχή.) Εξαιτίας αυτού, όλοι οι κάτοικοι του χωριού που είχαν μικρά παιδιά αναγκάζονταν να τα πηγαίνουν 50μ μακριά από το χωριό (σε μια περιοχή με πυκνά δέντρα) επειδή πίστευαν ότι μια έφοδος τον Γερμανών θα μπορούσε να τα σκοτώσει.
Ο παππούς μου και τα υπόλοιπα παιδιά έμπαιναν μέσα σε μια κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου και έστρωναν κρεβάτια από μαλακά και απαλά χόρτα, τις λεγόμενες «αστυβίδες». Εκεί ξεκουράζονταν ωσότου οι γονείς τους να έρθουν το βράδυ να τα πάρουν στα σπίτια τους.
Μετά από δύο μήνες τα αεροπλάνα δεν πέταξαν ξανά.
Κοντά στο χωριό (περίπου 1χλμ μακριά) υπήρχε ένα λατομείο, το λεγόμενο «ντουμάρι». Λόγω του ότι δεν υπήρχε δρόμος που να ενώνει την επαρχία Σελίνου και την επαρχία Κισσάμου, οι Γερμανοί είχαν κατασκευάσει αυτό το λατομείο(στο οποίο δούλευαν  Έλληνες) για να δημιουργήσουν έναν δρόμο και να διευκολύνουν τις μετακινήσεις τους. Οι Γερμανοί έπαιρναν έναν Έλληνα από τις πιο κοντινές επαρχίες και τον είχαν να δουλεύει επί μία βδομάδα. Επιπλέον, είχαν βάλει έναν νερουλά να μεταφέρει νερό από το χωριό στο λατομείο.
Στην οικογένεια του παππού μου το μέτρο αυτό δεν «ίσχυε». Ένας Αθηναίος είχε κατεβεί από την Αθήνα στα Μοτζιανά και αφού δεν είχε κάποιο εισόδημα προσφέρθηκε να δουλεύει για τους γερμανούς, αντί για την οικογένεια του παππού μου, με αντάλλαγμα να του προσφέρεται στέγη και φαγητό.
Ο Χάντσς ήταν ένας Γερμανός επικεφαλής για την επαρχία του Σελίνου και της Κισσάμου και είχε την έδρα του στην Παλαιόχωρα. Χαρακτηριστικό ήταν ότι δεν δεχόταν να μετακινηθεί με τα πόδια. Όπου δεν πήγαινε αυτοκίνητο, προτιμούσε να πάει και με ένα μουλάρι.(Φυσικά υπήρχαν και 3-4 συνοδοί οι οποίοι τον ακολουθούσαν όπου και αν πήγαινε. Επίσης, στο τέλος κάθε μήνα ζητούσε από το δήμαρχο (επικεφαλής κοινοτήτων (έλληνας)) ένα συγκεκριμένο ποσό αυγών, πατατών και κρεμμυδιών, κάτι σαν φόρο.
Ο παππούς μου θυμήθηκε, ότι κατά την διάρκεια της κατοχής, γινότανε το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, στις 26 Ιουλίου. Οι κάτοικοι που δούλευαν στο λατομείο, έφυγαν και πήγαν στο χωριό να φάνε και να γλεντήσουνε. Ο Χάντσς πέρασε από εκεί και όταν δεν τους είδε έγινε έξαλλος από τον θυμό του. Πήγε κατευθείαν στο χωριό, μαζί με το ταχυβόλο, και τους έψαχνε, ενώ εκείνοι στο μεταξύ είχαν γυρίσει.
Οι Γερμανοί υποχωρούσαν σταδιακά προς τα βόρεια των Χανίων. Όμως για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Έλληνες, έφευγαν κρυφά τα βράδια. Ο Χάντσς, λόγω των πολλών κακών που είχε προξενήσει σε αυτούς τους ανθρώπους, έχασε τη ζωή του πριν προλάβει να επιστρέψει στη χώρα του. Οι Κρητικοί του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν. Άφησαν όμως τους συνοδούς τους να γυρίσουν στην Παλαιόχωρα και από εκεί στη Γερμανία.

14.5.10

Ανάσταση

Photobucket
Από την Πένυ


Bookmark and Share

Είναι ωραίο να είσαι ζωντανός

Photobucket

Επειδή μπορείς να απολαμβάνεις όλα τα καλά της φύσης.
Επειδή μπορείς να απολαύσεις την χαρά, τον έρωτα,την συντροφικότητα.
Να παρακολουθείς όλο τον κύκλο της ζωής ενός ανθρώπου, γέννηση, έρωτας, θάνατος.
Από τους : Ελένη Ρουχίτσα, Σταυρακάκη Γιώργο, Πιάκου Μαριάνθη, Τσιτλακίδου Χριστίνα,Χρήστο Παπαδημητρίου & Σφακιανάκη Βασίλη
------------------------------------------------------------------------
Photobucket

Είναι ωραίο να είσαι άνθρωπος για να χαίρεσαι τη ζωή με τους φίλους σου
------------------------------------------------------------------------
Photobucket

Είναι ωραίο να είσαι άνθρωπος για να αγωνίζεσαι για ένα καλύτερο αύριο
Απο τους : Παπαθανασίου Βασίλη, Εύα Χειλατζάρη, χριστουλάκη Γεράσιμο, Περιβολαρέλη Γαβριήλ και Χρηστάκου Χριστίνα
------------------------------------------------------------------------
Για μια ζωή ελεύθερη , χωρίς περιορισμούς, για ένα καλύτερο αύριο.
Photobucket
Είναι ωραίο να είσαι ζωντανός για να μπορείς να δημιουργείς πράγματα που ωφελούν όλο τον κόσμο. Για να αγωνίζεσαι για τα δικαιώματα και την ελευθερία όλων
Από τους : Πάριου Σταυριάννα, Χάντζιου Μάγδα,Στεφάνου Ελένη,Σκαφίδα Μιχάλη και Τζαβού Στέλιου

Bookmark and Share

Οικολογικά προβλήματα της περιοχής που ζω.

Photobucket

Photobucket
Κώστας Ρήγκος

Photobucket
Μπιλανάκου Μαργαρίτα - Μαυρουδή Θεοδώρα

Photobucket

Photobucket
Παπαθανασίου Βασίλης

Photobucket
Βαρβάρα Γκιώνη

Photobucket
Καούρας Ηλίας
Photobucket
Ελένη Δήμου , Ελεάννα Ιορδανάκη, Ιωάννα Δουζενάκη, Κέιντι Κοτσιλέρι, Αποστόλης Κοντογιάννης
Photobucket
Βιδάκη Θεοδώρα, Δρουβέλη Σοφία,Γιάνγκ Φαίη, Κοντογιάννης Κώστας, Κασάι Σινάν





9.5.10

... «φτάνει πατέρα , τρομάζεις την μικρή»

Θύμησες από τον ξεριζωμό των προσφύγων

Ο παππούς της μητέρας μου , ο προπάππος μου , ο Φίλιππος Ταστσόγλου , ήταν Έλληνας γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη . Το επίθετο αυτό, του το είχαν δώσει οι Τούρκοι ,λόγω του επαγγέλματός του . Τας στα τούρκικα σημαίνει πέτρα και ογλού παιδί , δηλ. το παιδί της πέτρας , αφού εκείνος ήταν γλύπτης . Να όμως που η τέχνη του τον καταδίκασε να μείνει αιχμάλωτος στην Τουρκία για δέκα ολόκληρα χρόνια και να αποστερηθεί την οικογένειά του .

Όταν άρχισαν οι σφαγές των Τούρκων ενάντια των χριστιανών και οι διωγμοί ,τα επτά αδέλφια του προπάππου μου , ο ίδιος και η γυναίκα του Ευαγγελία έφτασαν , αφού δωροδόκησαν κάποιους Τούρκους στο λιμάνι της Σμύρνης .

Οι χριστιανοί μαζεύτηκαν εκεί και πίστεψαν ότι τα συμμαχικά πλοία , αγγλικά και γαλλικά , θα τους έσωζαν. Μάταια …. Όπως είχε αφηγηθεί ο προπάππους μου στη μητέρα μου , εκατοντάδες Έλληνες έπεσαν στη θάλασσα για να φτάσουν στη σωτηρία των πλοίων . Αυτό επιχείρησαν να κάνουν και τα αδέλφια του προπάππου μου . Τα τρία, που κατάφεραν να φτάσουν ,μόλις άπλωσαν τα χέρια τους για να ανέβουν στα πλοία δέχτηκαν τα βίαια χτυπήματα από τους ναύτες και το καυτό λάδι στο σώμα τους . Τα δύο πέθαναν λίγες στιγμές αφού βγήκαν στη στεριά , ενώ τα άλλα τρία σφαγιάστηκαν από τους Tσέτες , Τούρκους αντάρτες .

Ο προπάππος μου τότε πήρε τις δύο αδελφές του και την ετοιμόγεννη γυναίκα του , προσπαθώντας να βρουν άλλον τρόπο διαφυγής . Στο δρόμο, που είχε πλημμυρίσει πτώματα από τους Tσέτες που έσφαζαν με μανία , βρέθηκαν κάποιοι Τούρκοι γείτονες τους . Τους πήραν ,τους έκρυψαν στο σπίτι τους μέχρι να περάσει η μπόρα .

Συχνά ο προπάππος μου έλεγε ,ότι με τους απλούς Τούρκους ήταν σαν αδέλφια , γι’αυτό άλλωστε όταν πήραν το δρόμο του ξεριζωμού σε αυτούς εμπιστεύτηκαν το κλειδί του σπιτιού τους … πίστευαν βλέπεις πως θα ξαναγυρνούσαν . Όταν πέρασαν οι μέρες και μετά από διεθνείς συμφωνίες , οι δικοί μου πήραν το δρόμο για την Ελλάδα . Από το βιος τους πήραν λίγες λίρες , ένα σακουλάκι χώμα και δυο τρία εικονίσματα . Όταν έφτασαν στην έξοδο για την Ελλάδα και ενώ είχαν περάσει οι δυο του αδελφές και η γυναίκα του, εκείνον τον σταμάτησαν οι Τούρκοι στρατιώτες γιατί είχαν εντολή . Έμεινε να κοιτά δακρυσμένος την οικογένειά του και να βεβαιώνει τις αγαπημένες του γυναίκες ότι θα τις βρει.

Τις συνάντησε μετά από δέκα χρόνια, μαζί συνάντησε και τον δεκάχρονο γιο του . Είχε γεννηθεί καθ’οδόν προς την μητέρα Ελλάδα . Εκείνος παρέμεινε στην Τουρκία , αιχμάλωτος ενός Τούρκου αξιωματούχου , που λάτρευε την τέχνη . Ο Φίλιππος έλεγε πάντα, ότι η τέχνη του τον άφησε μακριά από την οικογένειά του , αλλά και του έσωσε τη ζωή ,γιατί σίγουρα θα πέθαινε μέσα στα τάγματα εργασίας . Μάζεψε χρήματα όλα αυτά τα χρόνια , δωροδόκησε αδρά κάποιους Τούρκους και την κατάλληλη στιγμή το ‘σκασε . Με το θέλημα του Θεού, μετά από δέκα χρόνια ξανάσμιξε η οικογένεια . Όμως ο Γολγοθάς τους συνεχίστηκε . Τούρκοι ή Τουρκόσποροι για τους Έλληνες , γκιαούρηδες για τους Τούρκους . Ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο. Αγωνίστηκαν , πάλεψαν σκληρά , αλλά στάθηκαν με αξιοπρέπεια στα πόδια τους .

Ο Φίλιππος μέχρι τις τελευταίες του στιγμές σκάλιζε την πέτρα , τις έδινε ζωή και ομορφιά . Και ποτέ του δεν ξέχασε αυτά που τράβηξαν . Τις περιπέτειες του τις έκανε παραμύθι που αφηγούνταν στη μητέρα μου . Και η γιαγιά μου να του φωνάζει : «φτάνει πατέρα , τρομάζεις την μικρή» . Εκείνος τότε της έλεγε : «πρέπει να γνωρίζει , αυτές είναι οι ρίζες μας , αυτά τραβήξαμε , αλλά είμαστε περήφανοι που είμαστε Μικρασιάτες . Και κείνη πρέπει να είναι περήφανη».

Και η μητέρα μου είναι περήφανη που είναι μικρασιατικής καταγωγής και πάντα μου μιλάει για τις ρίζες μου , για αυτά που τράβηξαν οι πρόσφυγες από τους Τούρκους ,αλλά και για την προσφορά όλων των προσφύγων στον ελληνικό πολιτισμό .


Αθηνέλλα Κοφινά Α2