Με την καταστροφή εγκατέλειψαν τα πάντα. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να σώσουν τη ζωή τους. Το καράβι της προσφυγιάς τους έβγαλε στη Θεσσαλονίκη και ύστερα στον Πειραιά. Λίγους μήνες αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας. Αυτή είναι η νέα πατρίδα του Γιώργη. Εγκαθίστανται στου Κάψια, μικρό χωριό, 10 χιλιόμετρα έξω από την Τρίπολη, στο δρόμο για το Λεβίδι. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει πολλές.
Δουλεύει χτίστης, όχι μόνο στα γύρω χωριά αλλά και στο Ναύπλιο και τα άλλα χωριά της Αργολίδας. Η φτώχεια και οι στερήσεις που αντιμετωπίζει είναι πάρα πολλές. Με πολλή εργατικότητα καταφέρνει να γίνει γνωστός μάστορας. Όλοι τον γνωρίζουν, όχι με το όνομά του, που είναι Γιώργος Χρυσοστόμου, αλλά σαν τον Γιώργη τον πρόσφυγα. Η οικογένειά του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, μέχρι και σήμερα είναι γνωστά σαν την οικογένεια, τα παιδιά, τα εγγόνια του Γιώργη του πρόσφυγα. Ο Γιώργης κατάφερε να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια και να φτιάξει το δικό του σπίτι στην άκρη του χωριού. Από τα παράθυρα του σπιτιού αυτού έβλεπε το Μαίναλο, το αγαπημένο του βουνό. Και είναι παράξενη αυτή η αγάπη που είχε στο βουνό, αφού συχνά έλεγε :<<Αχ, η μοίρα μου με έκλεισε μέσα στα βουνά>>. Τα τέσσερα κορίτσια του τα σπούδασε με μεγάλο αγώνα. Μπορεί να ήταν χτίστης, αλλά ποτέ δεν έδωσε σημασία στα σπίτια, ίσως γιατί έχασε το δικό του; Έλεγε πάντα πως η προίκα των κοριτσιών του ήταν η μόρφωσή τους και όχι πέντε ντουβάρια.
O καημός του όμως ήταν η πατρίδα που έχασε, την πονούσε, τη νοσταλγούσε. Στα γεράματά του κατάφερε να κάνει ένα ταξίδι στην Πόλη, κι ενώ το όνειρό του ήταν να πάει στο πατρικό του, όταν έφτασε εκεί, δε θέλησε να πάει. Το γιατί δεν το κατάλαβε κανείς, ούτε το εξήγησε. Γύρισε στου Κάψια και δε θέλησε να ξαναφύγει ποτέ.
Θα κλείσω την εργασία μου αυτή που γράφτηκε για τον πρόπαππού μου, το Γιώργη τον πρόσφυγα, με λίγα λόγια από το βιβλίο της Φιλιώς Χα'ι'δεμένου :"Τρεις αιώνες, μια ζωή". Πιστεύω ότι αυτά τα λόγια θα μπορούσε να τα είχε πει και ο προπαππούς μου.
"Ο νους μου φεύγει ξανά και πηγαίνει σε μέρη που με πονάνε, σε μέρη που δε θα ξεχάσω ποτέ ' ο πόνος θα σταματήσει μόνο όταν πεθάνω. Το σώμα μου βρίσκεται εδώ, στο τώρα, αλλά το μυαλό μου τριγυρίζει στο τότε, στην αγαπημένη μου πατρίδα, που δεν ξέχασα ούτε για μια στιγμή. Η ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια κινείται μόνη της μηχανικά, νομίζω πως όλοι εμείς που διωχτήκαμε, που υποφέραμε, που ξεσπιτωθήκαμε, που αποκτήσαμε βίαια μια νέα πατρίδα, δε θα λησμονήσουμε ποτέ τον τόπο μας, τη Μ. Ασία. Πάντα θα μας πονάει η θύμησή της, όσα κι αν περάσαμε από τότε, και πάντα το μυαλό μας θα ξαναγυρίζει σ' εκείνα τα χρόνια, στις ρίζες μας".